Το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο βρίσκεται μπροστά σε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά σοκ των τελευταίων ετών. Αιτία είναι η απόφαση του προέδρου της χώρας, Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, να βγάλει εκτός νόμου τα διαδικτυακά στοιχήματα, τα online καζίνο και τη διαφήμιση των εταιρειών του κλάδου. Με την παρέμβαση αυτή κινδυνεύει να ανατραπεί το οικονομικό μοντέλο που στήριξε την εντυπωσιακή ανάπτυξη του πρωταθλήματος της Βραζιλίας τα τελευταία χρόνια.
Στις 25 Σεπτεμβρίου, λίγες ημέρες πριν από τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, ελήφθη η απόφαση, την οποία ο ίδιος ο Λούλα χαρακτήρισε «σκληρή, δραστική και αναγκαία». Το προσωρινό διάταγμα άρχισε να ισχύει αφότου δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το Κογκρέσο διαθέτει προθεσμία 120 ημερών είτε για να το εγκρίνει είτε για να το απορρίψει.
Ήδη απενεργοποιήθηκαν οι πλατφόρμες διαδικτυακού στοιχηματισμού και καζίνο που λειτουργούσαν στη Βραζιλία. Την ίδια στιγμή ανεστάλησαν και οι διαφημιστικές καμπάνιες των εταιρειών. Στο ποδόσφαιρο οι συνέπειες φάνηκαν αμέσως. Σε πλάνα προπόνησης της Φλαμένγκο, οι παίκτες εμφανίζονταν με τα λογότυπα των στοιχηματικών εταιρειών καλυμμένα από μαύρη ταινία στις φανέλες τους.
Ο πρόεδρος στηρίζει την επιλογή του στις κοινωνικές συνέπειες του διαδικτυακού τζόγου. «Καταστρέφει εκατομμύρια οικογένειες, μετατρέποντας τον εθισμό σε οικονομικό κέρδος. Είναι τρομακτικό. Μου θύμισε την αρχή της κρίσης του κρακ στη χώρα», δήλωσε, παραλληλίζοντας τη διάδοση των διαδικτυακών στοιχημάτων με την εξάπλωση των ναρκωτικών. Ο κίνδυνος, κατά τον ίδιο, είναι ακόμη μεγαλύτερος, αφού η πρόσβαση στις ψηφιακές πλατφόρμες γίνεται οποιαδήποτε στιγμή από ένα κινητό τηλέφωνο.
Η οικονομική εξάρτηση του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου από τις στοιχηματικές εταιρείες, πάντως, είναι πλέον ιδιαίτερα μεγάλη. Το βραζιλιάνικο UOL επικαλείται στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι σχετικές χορηγίες αντιπροσωπεύουν το 7,9% των συνολικών εσόδων των συλλόγων. Το ποσό υπολογίζεται σε περίπου 203 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Τα υπόλοιπα έσοδα προέρχονται από εμπορικές συμφωνίες, από τηλεοπτικά δικαιώματα και από χρηματικά έπαθλα διοργανώσεων της FIFA, της CONMEBOL και του εγχώριου ποδοσφαίρου.
Ένας τόσο σημαντικός χρηματοδοτικός πυλώνας χάνεται σε περίοδο κατά την οποία το πρωτάθλημα της Βραζιλίας έχει γίνει ιδιαίτερα ισχυρή αγορά μεταγραφών. Επενδυτικά κεφάλαια εισήλθαν στον χώρο και πολλοί σύλλογοι μετατράπηκαν σε ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες, γνωστές ως SAF. Αυτό επέτρεψε την προσέλκυση ξένων επενδυτών και μεταγραφές που λίγα χρόνια νωρίτερα θα φαίνονταν αδιανόητες.
Για τον Ζέρσον η Κρουζέιρο δαπάνησε 27 εκατομμύρια ευρώ. Η Παλμέιρας έδωσε 25,5 εκατομμύρια για τον Βίτορ Ρόκε και επιπλέον 25 εκατομμύρια για τον Τζον Αρίας, ενώ η Μποταφόγκο επένδυσε 24,1 εκατομμύρια στον Τιάγκο Αλμάδα και 23 εκατομμύρια στον Ντανίλο.
Με 22 εκατομμύρια ευρώ η Φλαμένγκο απέκτησε τον Σαμουέλ Λίνο. Πιο ακριβή από όλες, και η πιο χαρακτηριστική, ήταν η περίπτωση του Λούκας Πακετά. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, για εκείνον καταβλήθηκαν 42 εκατομμύρια ευρώ. Στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο έφτασαν ταυτόχρονα και γνωστοί Ευρωπαίοι ποδοσφαιριστές, όπως ο Μέμφις Ντεπάι και ο Σαούλ Νίγκεθ.
Φλαμένγκο και Παλμέιρας δέχονται πρώτες το οικονομικό πλήγμα, αφού συγκαταλέγονται στους συλλόγους με τα μεγαλύτερα έσοδα από χορηγίες.
Δραματική ήταν η περιγραφή του προέδρου της Φλαμένγκο, Λουίς Εντουάρντο Μπαπτίστα. Στο CNN Brasil δήλωσε: «Υπολογίζουμε ότι οι άμεσες απώλειες εσόδων για την επόμενη χρονιά θα κυμανθούν μεταξύ 71,24 και 76,58 εκατομμυρίων ευρώ. Χωρίς προηγούμενη προετοιμασία είναι απολύτως αδύνατο να σταματήσουμε αυτή την αιμορραγία».
Συμπλήρωσε θέτοντας το ερώτημα που δείχνει πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα: «Πώς θα πληρώσω τον Πακετά τον Ιανουάριο; Όλα όσα κάνουμε είναι σύμφωνα με τον νόμο. Η Φλαμένγκο δεν κάνει τίποτα παράνομο και δεν χρειάζεται χάρες ή κρατική βοήθεια για να εξοφλεί τις υποχρεώσεις της».
Οι επιπτώσεις δεν σταματούν στα μεγάλα συμβόλαια. Εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που ενδέχεται να χαθούν από την αγορά των χορηγιών μπορούν να επηρεάσουν μεταγραφές και προϋπολογισμούς, αλλά και τη δυνατότητα των βραζιλιάνικων ομάδων να κρατούν τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές τους.
Δεν αποκλείεται, κατά συνέπεια, να περιοριστεί η δυναμική επιστροφής μεγάλων ονομάτων στη Βραζιλία. Όσοι σύλλογοι έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις θα αναγκαστούν να αναζητήσουν νέες πηγές χρηματοδότησης.
Η εξέλιξη φέρνει στο προσκήνιο μια βαθύτερη αντίφαση. Από τη μία, στόχος της κυβέρνησης είναι ο περιορισμός των κοινωνικών επιπτώσεων του εθισμού στον διαδικτυακό τζόγο. Από την άλλη, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο χρειάζεται να προσαρμοστεί εκεί όπου λείπει ένας από τους μεγαλύτερους χρηματοδότες του.
Και η στάση του Κογκρέσου απέναντι στο προσωρινό διάταγμα θα κρίνει το τελικό αποτέλεσμα. Μέχρι τότε, μένει ανοιχτό ένα κρίσιμο ερώτημα για το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο: με ποιον τρόπο θα συνεχίσει την οικονομική του ανάπτυξη, εφόσον σημαντικό μέρος των εσόδων που τη χρηματοδότησαν απειλείται να χαθεί.

































